κωφός

κωφός, ή, όν 1. немой; 2. глухой

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κωφός" в других словарях:

  • κωφός — blunt masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωφός — ή, ό (Α κωφός, ή, όν) 1. αυτός που δεν ακούει, κουφός (α. «ὅσοι κωφοὶ γίνονται ἐκ γενετῆς πάντες καὶ ἐνεοὶ γίνονται», Αριστοτ. β. «νοῡς ὁρῆ καὶ νοῡς ἀκούει τἆλλα κωφὰ καὶ τυφλά», Επιχ.) 2. άηχος, αθόρυβος («κῡμα μέλαν κῶφόν τε καὶ ἄβρομον», Απολλ …   Dictionary of Greek

  • κωφά — κωφός blunt neut nom/voc/acc pl κωφά̱ , κωφός blunt fem nom/voc/acc dual κωφά̱ , κωφός blunt fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωφότερον — κωφός blunt adverbial comp κωφός blunt masc acc comp sg κωφός blunt neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωφόν — κωφός blunt masc acc sg κωφός blunt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωφότατα — κωφός blunt adverbial superl κωφός blunt neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωφότατον — κωφός blunt masc acc superl sg κωφός blunt neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωφίζω — [κωφός] είμαι λίγο κουφός, δεν ακούω καλά …   Dictionary of Greek

  • κωφαῖς — κωφός blunt fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωφαῖσιν — κωφός blunt fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωφαί — κωφός blunt fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.